>> Synonym of Inflation on Thesaurus
Inflation English to Greek Translation
Available on the following dictionaries:
| Babylon English-Greek |
inflation
ουσ. φούσκωμα, εμφύσηση, πληθωρισμός
ουσ. φούσκωμα, εμφύσηση, πληθωρισμός
| English - Greek Technical Dictionary |
Inflation
(Financial). Πληθωρισμός. H τάση ανόδου των τιμών η οποία προκαλεί τη συνεχή μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος.
(Financial). Πληθωρισμός. H τάση ανόδου των τιμών η οποία προκαλεί τη συνεχή μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος.
inflation
(Lex**) πληθωρισμός
| My English - Greek |
inflation
Ουσ. φούσκωμα//
πληθωρισμός
Ουσ. φούσκωμα//
πληθωρισμός
| Tapsis English Greek dictionary |
inflation
πληθωρισμός, φούσκωμα
πληθωρισμός, φούσκωμα
| English- Greek Online Dictionary |
inflation
πληρωθισμός
πληρωθισμός
Link To This Page:
Simply copy the following HTML code and paste it on your webpage, OR contact us for support:
Translate the English term Inflation to other languages
Patented single mouse click activation