>> Synonym of Country on Thesaurus
Country English to Greek Translation
Available on the following dictionaries:
| Babylon English-Greek |
country
επίθ. εξοχικός, χωριάτικος
ουσ. πατρίδα, πατρίς, ύπαιθρος, χώρα, εξοχή
επίθ. εξοχικός, χωριάτικος
ουσ. πατρίδα, πατρίς, ύπαιθρος, χώρα, εξοχή
| English - Greek Technical Dictionary |
country
(Lex). χώρα, εξοχή, πατρίδα
(Lex). χώρα, εξοχή, πατρίδα
| My English - Greek |
country
Ουσ. χώρα, κράτος, //
ύπαιθρος, περιοχή//
λαός, κάτοικοι χώρας//
εξοχή//
τόπος καταγωγής, ιδιαίτερη πατρίδα
Επιθ. εξοχικός, τοποθετημένος μακριά από την πόλη
Ουσ. χώρα, κράτος, //
ύπαιθρος, περιοχή//
λαός, κάτοικοι χώρας//
εξοχή//
τόπος καταγωγής, ιδιαίτερη πατρίδα
Επιθ. εξοχικός, τοποθετημένος μακριά από την πόλη
| Tapsis English Greek dictionary |
country
εξοχή, χώρα, ύπαιθρος εξοχικός, πατρίδα, χωριάτικος, λαός
εξοχή, χώρα, ύπαιθρος εξοχικός, πατρίδα, χωριάτικος, λαός
| English- Greek Online Dictionary |
country
εξοχή, χώρα
εξοχή, χώρα
Link To This Page:
Simply copy the following HTML code and paste it on your webpage, OR contact us for support:
Translate the English term Country to other languages
Patented single mouse click activation