>> Synonym of Annuity on Thesaurus
Annuity English to Greek Translation
Available on the following dictionaries:
| Babylon English-Greek |
annuity
ουσ. ετήσιο εισόδημα, πρόσοδος
ουσ. ετήσιο εισόδημα, πρόσοδος
| English - Greek Technical Dictionary |
Annuity
(Finan). Ράντα. Η σειρά σταθερών ποσών που αποδίδει μια επένδυση σε μια συγκεκριμένη σειρά ετών. Για παράδειγμα οι σταθεροί τόκοι που αποδίδει ένα ομόλογο καθ' όλη τη διάρκειά του.
(Finan). Ράντα. Η σειρά σταθερών ποσών που αποδίδει μια επένδυση σε μια συγκεκριμένη σειρά ετών. Για παράδειγμα οι σταθεροί τόκοι που αποδίδει ένα ομόλογο καθ' όλη τη διάρκειά του.
annuity
(Ins). ετήσια πρόσοδος
| My English - Greek |
annuity
Ουσ. ετήσιο έσοδο, //
ασφάλεια που εξασφαλίζει στον ασφαλιζόμενο ετήσια πρόσοδο
Ουσ. ετήσιο έσοδο, //
ασφάλεια που εξασφαλίζει στον ασφαλιζόμενο ετήσια πρόσοδο
| Tapsis English Greek dictionary |
annuity
πρόσοδος, ετήσιο εισόδημα
πρόσοδος, ετήσιο εισόδημα
| English- Greek Online Dictionary |
annuity
πρόσοδος
πρόσοδος
Link To This Page:
Simply copy the following HTML code and paste it on your webpage, OR contact us for support:
Translate the English term Annuity to other languages
Patented single mouse click activation