>> Synonym of Adsl on Thesaurus
Adsl English to Greek Translation
Available on the following dictionaries:
| English - Greek Technical Dictionary |
Asymmetric Digital Subscriber Line
Tech. Τεχνολογία για τη διαβίβαση ψηφιακών πληροφοριών σε υψηλό εύρος ζώνης πάνω απο τις υπάρχουσες τηλεφωνικές γραμμές. Αντίθετα απο την κανονική τηλεφωνική υπηρεσία dial-up, το ADSL παρέχει συνεχή σύνδεση. Το ADSL χρησιμοποιεί ασύμμετρη ροή δεδομένων , δεδομένου οτι χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος του καναλιούύτητες που κυμαίνονται απο 512 Kbps μέχρι 6 Mbps. Μια μορφή ADSL, γνωστή ως universal ADSL ή G.lite, έχει εγκριθεί ως πρότυπο απο το ITU-TS.
Tech. Τεχνολογία για τη διαβίβαση ψηφιακών πληροφοριών σε υψηλό εύρος ζώνης πάνω απο τις υπάρχουσες τηλεφωνικές γραμμές. Αντίθετα απο την κανονική τηλεφωνική υπηρεσία dial-up, το ADSL παρέχει συνεχή σύνδεση. Το ADSL χρησιμοποιεί ασύμμετρη ροή δεδομένων , δεδομένου οτι χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος του καναλιούύτητες που κυμαίνονται απο 512 Kbps μέχρι 6 Mbps. Μια μορφή ADSL, γνωστή ως universal ADSL ή G.lite, έχει εγκριθεί ως πρότυπο απο το ITU-TS.
Link To This Page:
Simply copy the following HTML code and paste it on your webpage, OR contact us for support:
Translate the English term Adsl to other languages
Patented single mouse click activation