>> Synonym of Accessory on Thesaurus
Accessory English to Greek Translation
Available on the following dictionaries:
| Babylon English-Greek |
accessory
επίθ. πρόσθετος
ουσ. συνεργός, πρόσθετος, αξεσουάρ, συμπλήρωμα, ανταλλακτικό
επίθ. πρόσθετος
ουσ. συνεργός, πρόσθετος, αξεσουάρ, συμπλήρωμα, ανταλλακτικό
| English - Greek Technical Dictionary |
accessory
(Lex). συνεργός, αξεσουάρ
(Lex). συνεργός, αξεσουάρ
| My English - Greek |
accessory
Ουσ. αξεσουάρ//
παράρτημα, συμπλήρωμα,//
κάτι που προστίθεται σε κάτι άλλο για να το κάνει πιο πρακτικό ή πολύμορφο ή ελκυστικό
Επιθ. συμπληρωματικός , βοηθητικός
Ουσ. αξεσουάρ//
παράρτημα, συμπλήρωμα,//
κάτι που προστίθεται σε κάτι άλλο για να το κάνει πιο πρακτικό ή πολύμορφο ή ελκυστικό
Επιθ. συμπληρωματικός , βοηθητικός
| Tapsis English Greek dictionary |
accessory
αξεσουάρ
αξεσουάρ
| English- Greek Online Dictionary |
accessory
αξεσουάρ
αξεσουάρ
Link To This Page:
Simply copy the following HTML code and paste it on your webpage, OR contact us for support:
Translate the English term Accessory to other languages
Patented single mouse click activation