>> Synonym of Abrasive on Thesaurus
Abrasive English to Greek Translation
Available on the following dictionaries:
| Babylon English-Greek |
abrasive
ουσ. λειαντικό μέσο, αποξεστικό, στιλβωτικό μέσο
επίθ. αποξεστικός, αποξεστική, τραχύς, τραχιά, λειαντικός, προκαλών εκδορά
ουσ. λειαντικό μέσο, αποξεστικό, στιλβωτικό μέσο
επίθ. αποξεστικός, αποξεστική, τραχύς, τραχιά, λειαντικός, προκαλών εκδορά
| English - Greek Technical Dictionary |
abrasive
(Lex**) λειαντικός
(Lex**) λειαντικός
| My English - Greek |
abrasive
Ουσ. λειαντική ουσία (για τρίψιμο ή γυάλισμα)
Επίθ. λειαντικός
Ουσ. λειαντική ουσία (για τρίψιμο ή γυάλισμα)
Επίθ. λειαντικός
| Tapsis English Greek dictionary |
abrasive
τραχύς, αποξεστικός
τραχύς, αποξεστικός
| English Greek Technical Dictionary |
abrasive
επίθ. λειαντικός: abrasive wheel ακονιστής ή
λειαντικός τροχός # τριβικός, τριπτικός: abrasive
sleeve μηχ. αντιτριβικό χιτώνιο
επίθ. λειαντικός: abrasive wheel ακονιστής ή
λειαντικός τροχός # τριβικός, τριπτικός: abrasive
sleeve μηχ. αντιτριβικό χιτώνιο
| English- Greek Online Dictionary |
abrasive
τραχύς, αποξεστικός
τραχύς, αποξεστικός
Link To This Page:
Simply copy the following HTML code and paste it on your webpage, OR contact us for support:
Translate the English term Abrasive to other languages
Patented single mouse click activation