>> Synonym of Able on Thesaurus
Able English to Greek Translation
Available on the following dictionaries:
| Babylon English-Greek |
able
επίθ. ικανός, δυνάμενος, όποιος μπορεί να, όποιος είναι στη θέση να, όποιος καταφέρνει, όποιος κατορθώνει, αρμόδιος, άξιος
επίθ. ικανός, δυνάμενος, όποιος μπορεί να, όποιος είναι στη θέση να, όποιος καταφέρνει, όποιος κατορθώνει, αρμόδιος, άξιος
| English - Greek Technical Dictionary |
able
(Lex**) ικανός
(Lex**) ικανός
| My English - Greek |
able
Επιθ. ικανός, επιδέξιος //
κατάλληλος , αρμόδιος
to be able = μπορώ , είμαι σε θέση.
Επιθ. ικανός, επιδέξιος //
κατάλληλος , αρμόδιος
to be able = μπορώ , είμαι σε θέση.
| Tapsis English Greek dictionary |
able
ικανός (συνήθως με τη μορφή to be able)
ικανός (συνήθως με τη μορφή to be able)
| English- Greek Online Dictionary |
able
ικανός
ικανός
Link To This Page:
Simply copy the following HTML code and paste it on your webpage, OR contact us for support:
Translate the English term Able to other languages
Patented single mouse click activation